που οι λύκοι είναι σιωπηλοί
και μόνο το φεγγάρι
ουρλιάζει.
So it goes...
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010
Sadahzinia Σε ποιο κόσμο γυρνάς
Είναι ο κόσμος μου μεγάλος κι ελάχιστος
χωράει μυριάδες, μα εγώ δεν μπορώ
κι είν' της φωτιάς μου ο όρκος- σου λέω- εκείνος ο αλάθευτος
που με ξεβγάζει απ' τον υπόλοιπο σωρό.
Φοβάμαι, όμως, που μόνο και πάλι τώρα μ' αφήνει
και γι' αυτό ψάχνω γνωστή, ζεστή συντροφιά
μακάρι να 'ρθει κι ας φέρει και παράταιρη οδύνη,
μαύρο όνειρο φόντο πίσω απ' ωραία νυχτιά.
Λοιπόν, τα λόγια μου τα πριν και τα επόμενα,
θα τα φτιάξω- μια φορά στο λέω ακόμα- ζωή,
μα θα κρυφτώ, μήπως γλιτώσω ξανά απ' τα γραφόμενα
που μου τα κέρασε η μοίρα ευχή.
Σε ποιο παράξενο κόσμο γυρνάς,
σε ποιο στοιχειό αντίκρυ θεριεύεις,
για ποια ντροπή στα κρυφά τραγουδάς,
ποιο φόβο πάλι με αγάπη παντρεύεις.
Τα λόγια εκείνα που με φέρανε στο δρόμο σου,
τα φυλάω στην πιο κρυφή του μυαλού μου γωνιά.
Μην ξεμακραίνεις, μου 'χες δώσει το λόγο σου
κι αν θυμάσαι είναι το ψέμα κακοσημαδιά.
Όπως κάποιοι που λένε τόσο απλή τη ζωή
και σπαταλάνε γι' αυτήν τα πιο τρελά όνειρά τους,
τη σκορπάω εγώ στης φωτιάς τη φυλή
και χαλάλι αν χαθώ και σε αδιάβατους βάλτους.
Πες μου ποιο κόσμο (-βρήκα ένα κόσμο-).
Πες μου ποια αγάπη (-μια μεγάλη αγάπη-).
Πες μου ποιο φόβο, ποια ντροπή (-στα κρυφά τραγουδάω-).
Ποιον εφιάλτη (-γυρεύω να 'ρθει-).
Ποια όμορφη νύχτα (-μια σαν κι αυτή-).
Ποια λόγια, ποια άχρηστη ευχή (-πάνω μου πάλι μαζεύω-).
Ποιον εφιάλτη ικετεύεις να 'ρθει
και ποια πανέμορφη νύχτα ζηλεύεις·
σε ποια κρύβεσαι άχρηστη ευχή,
ποια λόγια πάνω σου πάλι μαζεύεις.
Σε ποιο παράξενο κόσμο πάλι μονάχη γυρνάς,
σε ποιο στοιχειό της ζωής πάλι αντίκρυ θεριεύεις,
για ποια ντροπή ξεχασμένη στα κρυφά τραγουδάς,
ποιο ξένο φόβο πάλι με τόση αγάπη παντρεύεις.
Ποιον κουρασμένο εφιάλτη ικετεύεις να 'ρθει,
σε ποια πανέμορφη νύχτα χρωστάς και πάλι ζηλεύεις,
σε ποια κρύβεσαι χιλιοειπωμένη κι άχρηστη ευχή,
ποια άδικα λόγια πάνω σου πάλι μαζεύεις.
Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010
Δεν ειμαι κανενος - Sadahzinia
Έκανα πρόβα τα ξόρκια μες στα σκοτάδια,
γέμισα φως στα νυσταγμένα μου βράδια...
είμαι βροχή και δεν είμαι κανενός.
Πέμπτη 27 Μαΐου 2010
Sadahzinia - Μη κλαις

Μη κλαις· σιγοτραγούδα πρώτα,
μπροστά σ’ αυτή τη βαριά, κλειδωμένη πόρτα.
Έχει χορτάσει από δάκρυα το πλατύ της πεζούλι,
έχει πιει αγάπες, στιγμές και μεδούλι.
Μικρούλι, μη χτυπας, δε θα σου ανοίξει ποτέ πια κανείς,
τι κι αν μπορείς, πάντα είναι αργά και νωρίς
να τους πεις τα μυστικά σου και τα δικά σου·
πάρε πινέλα, χρώματα, ζωγράφισέ τα φτερά σου
και πέτα πάνω από κάμπους μέσα σε κήπο κρυφό
σα περιστέρι ραμμένο στο ρούχο σα φυλαχτό,
φτιάξε στεφάνι στα μαλλιά κόκκινη ζίνια,
πίσω απ’τη πόρτα όλου του κόσμου να ξορκίσεις την ασκήμια.
Φτάσε εκεί που δε μπορείς ούτε στα όνειρά σου,
απ’ τον αέρα πιάσου, τάξε τα δάκρυά σου
να μη βαρύνουνε ποτέ το πέταγμά σου
και χίλια γέλια σου σκόρπα στο πέρασμά σου
να φτάσουν σ’ εκείνους που ταξιδεύουνε κοντά με σένα
κι εμένα - μια άκρη ασημένια για στέμμα
να ’χεις για ήλιο και φεγγάρι και παρέα.
Μη κλαις, πρώτη φορά και τελευταία.
Μη κλαις, αυτή η πόρτα δεν ανοίγει, αν τραγουδάς τα όνειρά σου.
Μη κλαις, πάντα ήμασταν λίγοι, άνοιξε τα φτερα σου.
Μη κλαις, πέτα σ’ απέραντους κάμπους σαν να ’ναι η πρώτη φορά.
Μη κλαις, κι αν ανταμώσεις κάποιους, βάφτισέ τους ξανά..
Μη κλαις, μικρό μου, έχεις απάνω σου τους ήχους
και δες που έχεις τις λέξεις όλες και τους στίχους
για να φτιάξεις τραγούδι σα μπερδεμένο γλωσσοδέτη
στους πολλούς κι εσύ μονάχη μείνε, σκέτη.
Εδώ τριγύρω, έτσι κι αλλιώς, πάντα ήμασταν λίγοι
κι η φωνή μας ξανεμίζεται, μα πίσω καταλήγει
πάλι σ’ έμας, γι’ αυτό μη κλαις, βαφτισέ μας ξανά,
καινούρια ονόματα, καινούρια λόγια απλά
δώσε· άπλωσ’ τα χέρια - ένα γεφύρι από φτερά -
πέρνα κι απέναντι, για λίγο πάτα στεριά.
Κι αν τελικά τη πόρτα ανοίξεις μ’ όσα λες,
μη δουν μονάχα στα μάτια σου πως κλαις.
Ειν’ η ζωή σα πριγκιπέσσα σε παλιό παραμύθι
που σας το λένε οι ηλίθιοι κουκί και ρεβύθι.
Γίνανε μύθοι οι ευτελείς, μη σας πείθει κανείς,
είσαι παιδί, έχεις γεννηθεί τα πιο όμορφά να χαρείς·
από νωρίς σ’ ανήκει ό,τι βρεις.
Γίνε τραγούδι πανέμορφο της γης.
Θα δεις· ό,τι καλό μοιραστείς, καλό ταξίδι κάνει,
πάντα είναι δίπλα σου το δρόμο δε χάνει.
Ασ’ τους να βιάζονται τόσο, αυτοί δε ξέρουνε πότε
ανατέλλει ο ήλιος και που πάει να χαθεί
ας τους να πνίγονται όλους σε πανάρχαιους ρόλους
και ο θεός τους για πάρτη τους έχει αγχωθεί,
γι’αυτό εσύ σιγά-σιγά ·
το πρώτο βήμα που θα κάνεις μπροστά κι αργά
είναι η αρχή για ένα ταξίδι σε κόσμο ολάνοιχτο,
κράτα το βλέμμα σου μπροστά κι ασάλευτο.
Κι όταν μυρίσεις γιασεμιά και μενεξέδες
θα ’ναι τα νιάτα σου δρομάκι σε μπαξέδες
κι έτσι το δάκρυ σου το καταχωνιασμένο
θ’ ανήκει πια στο κόσμο αυτό τον κουρασμένο.
{Επειδη ΤΙΠΟΤΑ δεν ειναι τυχαιο
Αφιερομένο..
Σ'Ευχαριστωω}
Παρασκευή 16 Απριλίου 2010
Sadahzinia - Η μοναξιά του Δον Κιχώτη
Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος
στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη
κι αυτός στ' άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος
περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη".
Λαμποκοπάει το μάτι του ρουμπίνι.
Το γένι του απλωτό ζερβόδεξά του
με το 'να χέρι χαιρετά, με τ' άλλο ξύνει
το χάρτινο καπέλο φορεμένο στα μαλλιά του.
Με βια ανεβαίνει ως τη ψηλή κορφή του λόφου
κι όλο κοιτάει με φαντασία τον κόσμο γύρω.
"Πάμε", φωνάζει ξάφνου στο βοηθό του,
"πάμε, του ιππότη τράβηξα τον κλήρο".
Τι να 'ναι το πιο δύσκολο σε τούτη εδώ τη πλάση
Αυτό ζητάει η καρδιά του ν'αλαφρώσει.
Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση
Που ν' αρχινήσει και τι να πρωτοσώσει
Τ'άγρια πουλιά να φέρει πίσω που έχουν μείνει
δίχως φωλιές μέσα στα ολόδικά τους δάση...
Κράτα τη φλόγα, παλληκάρι και θα γίνει·
της χήρας γης η ελπίδα εσύ κι η βιάση.
Φυσάει ο άνεμος, σκορπάει όλη τη νιότη
(σκορπάει τ' όμορφο ψέμα που έχει τυλίξει το κορμί του και το πνεύμα)
κι η περηφάνια ονομαστή μένει του Ιππότη,
(ξεσπάει με το κοντάρι να λύσει τα λουριά του νου του φοβιτσιάρη)
Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη
(που 'χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα τη κρυφή τη Δουλτσινέα)
και κλαίει βουβά τη μοναξιά του Δον Κιχώτη.
(και κλαίει ξανά για το μεγάλο τον ιππότη)
Φυσάει ο άνεμος τη γέρικη του κούτρα
και η ξελογιάστρα του χαρά γελάει τον πόνο.
Ας τον επήραν οι σοφοί από τα μούτρα,
αυτός θυμάται ό,τι αγάπησε και μόνο.
"Το άγνωστο θα 'μαι εγώ" στο σύντροφό του λέει,
"και τα γνωστά, ψέμματα σ' εμένα τον τρελό.
Δε φταίει η φαντασία μου, η φρόνηση τα φταίει
που το μυαλό στις μέρες μας στεριώνουν με φελό"
Αυτά είπε κι όρμηξε μ' άρματα κουρέλια - ευλογία·
με το άμυαλο, σπασμένο του κοντάρι.
Και το λοιπόν, τη δεύτερη αρχινάει δημιουργία,
μα μπλέχτηκαν τα γκέμια στο ποδάρι.
Κρυφογελάει σκυφτός στου αλόγου του τη σέλα
με τη ζωή την πλανερή και τρυπιοχέρα.
Μοναχά απ' της μοναξιάς το πήγαιν' έλα
τα μάτια ό,τι ποθούν θα δουν μια μέρα.
Πείσμα το πείσμα Δον Κιχώτη και φοβέρα
κι αν σε γελούν οι ανθρώποι κι όλα τα άστρα,
ολημερίς χτυπιέσαι μ' ίσκιους στον αέρα
και παίρνεις ανεμόμυλους για κάστρα.